Σάββατο του Λαζάρου

Όταν ήμασταν μικρά παιδιά στο χωρίο μας , το Γέρι, ζούσαμε τα έθιμα και τις παραδόσεις σε όλο τους το μεγαλείο! Ένα έθιμο που θυμάμαι έντονα ήταν το έθιμο του Λαζάρου.  Το Σάββατο του Λαζάρου, μαζευόμασταν ομάδες παιδιών και γυρίζαμε τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας το λαϊκό τραγούδι του Λαζάρου. Ένα παιδί από την παρέα – διαλέγαμε τον πιο ψηλό και αδύνατο – παρίστανε το Λάζαρο. Ο Λάζαρος τυλιγόταν ένα άσπρο σεντόνι και στολιζόταν  με κίτρινες μαργαρίτες που μαζεύαμε από τα χωράφια. Στην είσοδο του σπιτιού που επισκεφθόμασταν τραγουδούσαμε το τραγούδι του Λαζάρου – το παιδί που ήταν Λάζαρος κρυβόταν κάπου. Και όταν φθάναμε στο σημείο που ο Χριστός λέει “Λάζαρε δεύρο έξελθε…”  το παιδί που ήταν ντυμένος Λάζαρος εμφανιζόταν.

Πιο κάτω είναι μερικοί στίχοι από το τραγούδι:

 

Ο Λάζαρος κατήγετο από την Βηθανίαν
και τον Χριστόν εδέχετο με περισσήν φιλίαν.

Είχεν και δύο αδελφάς, την Μάρθαν και Μαρίαν,
είχον αγάπην περισσήν και καθαράν καρδίαν.

Αυτός λοιπόν ησθένησεν ασθένειαν μεγάλην
και πυρετός τον έβαλεν, κι είχεν μεγάλην ζάλην.

Μα ο Χριστός ευρίσκετο εις μίαν άλλην πόλιν
με όχλον πολυάριθμον ομού και αποστόλοι.

Τοις μαθηταίς του έλεγεν με την βραχυλογίαν,
«σηκούτε να υπάγωμεν πάλιν στην Βηθανίαν,
ο Λάζαρος κεκοίμηται και θέλω να κινήσω,
δια να πάγω προς αυτόν και να τον εξυπνήσω.»

Τότε λοιπν ξεκίνησαν να παν στην Βηθανίαν
οι αποστόλοι κι ο Χριστός και όλ’ η συνοδεία.

Η Μάρθα τους προϋπαντά με θρήνους και με γόους
και προσκυνούσα τον Χριστόν, λέγει αυτούς τους λόγους:
«Άν ήσο ώδε, Κύριε, o Λάζαρος, ο φίλος
ποτέ δεν θα απέθνησκεν το βέβαιον εκείνος.»

Κι ο Ιησούς μας ο Χριστός τότε συνεκινήθην:
«Μάρθα, Μαρία, μην κλαίτε, μόνον έχετε πίστιν
ο γαρ πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσει.»

Λεγ’ η Μαρία, «Κύριε, ξεύρω, όσ’ αν αιτήσης,
Σου τα χαρίζει ο Θεός, αν θέλης και ορίσης».
Της λέγει «που τεθήκατε τον Λάζαρον τον φίλον,
υπάγετε ουν έμπροσθεν και δείξατέ μοι εκείνον».

Και παρευθύς επρόσταξεν τούτον να ποιήσουν,
τον λίθον εκ του μνήματος να τον αποκυλίσουν.

Επάνωθεν του μνήματος εστάθην και δακρύζει.
Κι ως άνθρωπος εδάκρυσεν με ευσπλαχνίαν,
να δείξει την συμπάθειαν και την επιεικείαν,
και ως Θεός εφώναξεν μίαν φωνήν μεγάλην,
«Λάζαρε, δεύρο έξελθε», κι ηκούσθην εις τον Άδην.

Εξήλθεν ουν ο Λάζαρος έξω λαζαρωμένος,
κίτρινος, μαύρος και χλωμός και τεταπεινωμένος.
Επρόσταξεν κι ελύσαν του τας χείρας και τας πόδας,
και πήγεν εις τον oίκον του μονάχος…

No Comments Yet.